Δημοτικό Σχολείο Ποταμουδίων

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κτίρια που χτίστηκαν στην Καβάλα στα πλαίσια του Προγράμματος Σχολικών Κτιρίων είναι αναμφίβολα το 11ο Δημοτικό Σχολείο που έφερε ένα πνεύμα νεωτερικότητας την εποχή που χτίστηκε στην εργατική περιοχή των Ποταμουδίων ενώ ακόμα και σήμερα δεσπόζει σε αυτή. Η μελέτη του κτιρίου έγινε από τον αρχιτέκτονα Κωνσταντίνο Δήμου και η ανέγερσή του ολοκληρώθηκε το 1933.

Η μεσημβρινή όψη του κτιρίουΗ συνοικία των Ποταμουδίων τη δεκαετία του ´30 (Πηγή: Facebook, Ομάδα «Παλιές φωτογραφίες της Καβάλας»)

Πρόκειται για ένα διώροφο κτίριο με υπόγειο με τραπεζοειδή κάτοψη με τη χαρακτηριστική διάταξη των αιθουσών, τρεις ανα όροφο, στη μεσημβρινή πλευρά και το διάδρομο προσπέλασης στη βόρεια. Οι χώροι υγιεινής και το κλιμακοστάσιο βρίσκονται στη βορειοδυτική πτέρυγα του συγκροτήματος και η είσοδος στον πύργο που σχηματίζεται στη νοτιοδυτική γωνία.

Μεσημβρινή όψη, σχέδιο του αρχιτέκτονα (Πηγή: Γενικά Αρχεία του Κράτους)

Οι δύο συμμετρικοί ως προς την πρόσοψη κυλινδρικοί πύργοι στα άκρα της είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του κτιρίου που σε συνδυασμό με τις οριζόντιες σειρές των παραθύρων δημιουργούν μια δυναμική και εντυπωσιακή μορφή.

Λεπτομέρεια από την κεντρική είσοδο του σχολείου

Το σχολείο συνεχίζει να λειτουργεί ακατάπαυστα μέχρι σήμερα έχοντας υποστεί ορισμένες παρεμβάσεις όπως τις αλλαγές των κουφωμάτων και τον χρωματισμό των όψεων με συνδυασμούς χρωμάτων αταίριαστων στη μορφή του κτιρίου.

Advertisements

Παλιό νοσοκομείο

Στα ανατολικά του κέντρου της Καβάλας, στη συνοικία της Αγίας Βαρβάρας και σε περίοπτη θέση πάνω από τη θάλασσα ξεχωρίζει το κτίριο του παλιού νοσοκομείου με τον όγκο του και τις καθαρές γραμμές του.

Η κατασκευή του αποφασίστηκε το 1957 στη θέση του προϋπάρχοντος Δημοτικού Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» που λειτουργούσε από το 1915 και με τη σειρά του είχε αντικαταστήσει το Διεθνές Νοσοκομείο των απόρων («Gureba»). Η αρχιτεκτονική και στατική μελέτη του κτιρίου ανατέθηκε στο μηχανικό Χρήστο Μπάτση και η κατασκευή του ξεκίνησε το 1960 και ολοκληρώθηκε 3 χρόνια μετά. Συνολικά λειτούργησε για 47 χρόνια, μέχρι το 2010 που μεταφέρθηκε σε καινούργιες εγκαταστάσεις στην περιοχή του Αγίου Σίλα.

Η λιτή μορφή του υπαγορεύτηκε από τη λειτουργικότητά του και τη διάταξη του οικοπέδου. Πρόκειται για ένα ογκώδες και συμπαγές κτίριο δυναμικότητας 200 κλινών, ικανό να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εποχής. Το κτίριο χωρίζεται σε δύο πτέρυγες με την μπροστινή να φιλοξενεί τα δωμάτια των ασθενών.

Είναι χαρακτηριστικό της εποχής που σχεδιάστηκε, σε αυστηρό, συντηρητικό ύφος με στοιχεία που συναντώνται σε αρκετά κτίρια της Αθήνας όπως η αναγλυφότητα της πρόσοψης χάρη στον τονισμένο πυκνό κάναβο των παραθύρων, η διαφοροποίηση του τελευταίου ορόφου με διαμόρφωση εξωστών σε εσοχή και η επίχριση της όψης με τσιμεντοκονία (αρτιφισιέλ). Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει η ημικυκλική ράμπα πρόσβασης των οχημάτων που είναι επενδεδυμένη με λιθοδομή. Οι όψεις της πίσω πτέρυγας είναι πολύ πιο απλές με ενδιαφέρον στοιχείο τα κατακόρυφα ανοίγματα των κλιμακοστασίων.

Το Διοικητήριο

Κατά μήκος της ακτογραμμής στην Καβάλα το κτίριο που ξεχωρίζει, το πιο εντυπωσιακό σε μέγεθος, είναι το διοικητήριο της περιφερειακής ενότητας Καβάλας. Ο μεγάλος όγκος του σε συνδυασμό με την αυστηρή, γεωμετρική μορφή του και την έλλειψη διακοσμητικών στοιχείων κάνουν το κτίριο ιδιαίτερα  αντιδημοφιλές μεταξύ των κατοίκων της πόλης. Τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά όμως είναι που καθιστούν τον αναπάντεχα μοντέρνο και δυναμικό αυτό όγκο τόσο ενδιαφέροντα μέσα στη γενική αδιαφορία της αρχιτεκτονικής της αντιπαροχής που τον περιβάλλει.

f.03

f.01

Η μελέτη της κατασκευής του διοικητηρίου της Καβάλας ανατέθηκε από την Υπηρεσία Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων στο σημαντικό αρχιτέκτονα του μοντερνισμού Κλέωνα Κραντονέλλη. Η μελέτη του κτιρίου έγινε από τον αρχιτέκτονα την περίοδο 1959-1962 και προέβλεπε την κατασκευή επίμηκους, τριώροφου κτιρίου οργανωμένου σε αυστηρό, κατασκευαστικό κάναβο. Τα υλικά που θα χρησιμοποιούνταν στις όψεις του κτιρίου ήταν γυμνό σκυρόδεμα, λευκό μάρμαρο καθώς και γρανίτης στη βάση του κτιρίου. Τελικά η κατασκευή του ολοκληρώθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, με την αρχική μελέτη του Κραντονέλλη να έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά. Το κτίριο που εντέλει χτίστηκε είναι ένας μεγάλος για επαρχιακή πόλη διαμήκης όγκος με έξι ορόφους. Παρόλα αυτά, η μπρουταλιστική αισθητική του,που προέκυψε μάλλον λόγω της τάσης της εποχής της δικτατορίας για επιβλητικά κτίρια, δεν παύει να είναι ενδιαφέρουσα.

f.04

Το κτίριο είναι τοποθετημένο στη νέα παραλία της πόλης που προέκυψε από επιχωματώσεις τη δεκαετία του ‘50. Στην ίδια περιοχή κατασκευάστηκε το επίσης ενδιαφέρον μοντέρνο κτίριο του Αρχαιολογικού Μουσείου της πόλης, ενώ διαμορφώθηκαν εκτεταμένοι χώροι στάθμευσης καθώς και το μεγάλο πάρκο του Φαλήρου. Όπως φαίνεται, υπήρχε μια διάθεση να διαμορφωθεί στη νέα παραλία ένα μέτωπο με μοντέρνα αρχιτεκτονική και μεγάλους υπαίθριους χώρους.

Τόσο η όψη όσο και η κάτοψη διακρίνονται από αυστηρή συμμετρία, που οφείλεται στον κατασκευαστικό κάναβο με βάση τον οποίο οργανώθηκαν. Τοποθετημένο στον άξονα Ανατολής – Δύσης, έχει το προνόμιο να διαθέτει ένα εκτεταμένο μέτωπο προς τη θάλλασσα. Η βόρεια πλευρά του, κατά μήκος της οδού Ερυθρού Σταυρού, διακόπτεται από μία προεξέχουσα πτέρυγα τεσσάρων ορόφων, κάθετη στον κυρίως άξονα του κτιρίου. Στην ίδια πλευρά βρίσκεται και το μονώροφο αμφιθέατρο του διοικητηρίου, το οποίο αποτελεί ξεχωριστό κτίσμα.

f.08

Η βόρεια όψη

f.05

f.07

Πέρα από το ίδιο το κτίριο, αξιόλογοι είναι και οι υπαίθριοι και οι ημιυπαίθριοι χώροι που το περιβάλλουν. Στη νότια πλευρά υπάρχει ασυνήθιστα περιποιημένος διακοσμητικός κήπος με ψηλά δέντρα, θάμνους και γρασίδι. Στην πλευρά κατά μήκος της Ερυθρού Σταυρού ο κήπος είναι περιορισμένος λόγω της παρουσίας του αμφιθεάτρου και της πτέρυγας, ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ η στοά με τις καμπύλες οροφές, που συνδέει την πιλοτή της πτέρυγας με την είσοδο του αμφιθεάτρου. Τέτοιες στοές χρησιμοποιήθηκαν πολύ σε δημόσια κτίρια και τουριστικές εγκαταστάσεις την περίοδο που προηγήθηκε της ανέγερσης του κτιρίου. Οι δύο κήποι στη βόρεια και νότια πλευρά συνδέονται με μια μεγάλη σε μήκος στοά στο μέσο περίπου του κτιρίου.

f.06

f.09

 Το 2012 ολοκληρώθηκαν εργασίες ανακαίνισης του κτιρίου, που αφορούσαν κυρίως το χρωματισμό του σε τόνους του γκρι, την προσθήκη ξύλινων πάνελ στις όψεις του και την αλλαγή κουφωμάτων. Η ανακαίνιση υπήρξε εξαιρετικά πετυχημένη παρότι ήταν μικρής κλίμακας, καθώς ανέδειξε το λιτό και συνάμα δυναμικό χαρακτήρα του κτιρίου.

f.14

f.11

f.13

f.12

Ο Πυθαγόρας

Το ιστορικό κτίριο του Πυθαγόρα, στην αρχή της οδού 7ης Μεραρχίας στην περιοχή του Φαλήρου, στέγασε για πολλά χρόνια τη «Σχολή Μηχανικών Πυθαγόρας» από την οποία αποφοίτησαν αξιόλογοι τεχνικοί οι οποίοι για πολλά χρόνια στελέχωναν τη βιομηχανία της Καβάλας και τις άλλες τεχνικές δραστηριότητες.

e.01Το κτίριο χτίστηκε σε δύο φάσεις την περίοδο 1950-51, ΒΔ του κατεδαφισμένου σήμερα νοσοκομείου του Ευαγγελισμού σε οικόπεδο που παραχώρησε ο δήμος Καβάλας. Η ανέγερση έγινε με έξοδα της ίδιας της σχολής καθώς και με χρηματοδότηση της Αμερικανικής Αποστολής Βοήθειας, η οποία διέθεσε χρήματα και για τον εξοπλισμό σε μηχανήματα.

Το κτίριο κατα την πρώτη φάση ανέγερσης (Πηγή: Γενικά Αρχεία του Κράτους)

Πρόκειται για ένα διαμπερές, τριώροφο επίμηκες οικοδόμημα κατά μήκος της οδού 7ης Μεραρχίας. Οι τοίχοι του κτιρίου είναι φέροντες από γρανίτη. Ο προσανατολισμός έχει ληφθεί υπόψη και όπως και στα προγενέστερα μοντέρνα σχολικά κτίρια του ’30 οι αίθουσες διδασκαλίας είναι παρατεταγμένες στη μεσημβρινή πλευρά ενώ οι διάδρομοι στη βόρεια, στην πλευρά της 7ης Μεραρχίας.

Ο αρχιτέκτονας του κτιρίου παραμένει άγνωστος, ακολουθεί ωστόσο στο σχεδιασμό τις αρχές του Bauhaus και προφανώς έχει επηρεαστεί από τα σχολεία που χτίστηκαν τη δεκαετία του ‘30 στα πλαίσια του Προγράμματος Σχολικών Κτιρίων. Καθαροί γεωμετρικοί όγκοι και απουσία κάθε περιττής διακόσμησης αποτελούν τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την εξωτερική εμφάνιση του κτιρίου. Τα μεγάλα παράθυρα με τα μεταλλικά κουφώματα με  τον ιδιαίτερα μικρό κάναβο είναι αυτά που χαρακτηρίζουν την όψη του.

Στους εσωτερικούς χώρους, τα δάπεδα της πρώτης φάσης καλύπτονται με μωσαϊκό πολύ καλής ποιότητας ενώ της δεύτερης με τσιμεντοκονία. Τα κλιμακοστάσια καλύπτονται επίσης από μωσαϊκό και φέρουν σιδερένιο κιγκλίδωμα.

 e.02e.04e.3e.06Η σχολή του Πυθαγόρα, η οποία ήδη το 1971 έπαψε να λειτουργεί ως ιδιωτική, έκλεισε οριστικά το 1981 και το κτίριο περιήλθε στο δήμο Καβάλας, όπως και προέβλεπε η αρχική σύμβαση παραχώρησης του οικοπέδου. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ανακαινίστηκε για να στεγάσει πολιτιστικές δραστηριότητες και συλλόγους. Η αποκατάσταση ήταν εξαιρετική καθώς διατηρήθηκαν όλα τα στοιχεία ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής αξίας του αρχικού κτιρίου. Η επιλογή του λευκού χρώματος για τους εξωτερικούς τοίχους ήταν επιτυχής καθώς ταιριάζει πολύ στα μοντέρνα κτίρια αυτού του στυλ. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι διατηρήθηκαν τα αρχικά μεταλλικά κουφώματα και δεν αντικαταστάθηκαν από  χοντροκομμένα κουφώματα αλουμινίου όπως σε άλλα κτίρια της περιόδου.

Το φθινόπωρο του 2013 στα πλαίσια αστικής δράσης με αφορμή τη 2η Μπιενάλε Αστικής και Αρχιτεκτονικής Αποκατάστασης, ο ανατολικός τοίχος του κτιρίου, εκεί όπου βρίσκεται η κύρια είσοδος, ντύθηκε με ένα εντυπωσιακό mural που πλέον έχει γίνει τοπόσημο της περιοχής του Φαλήρου.

DSC_0273 - ΑντίγραφοΠηγή:
Αγγελούδη – Ζαρκάδα Σαπφώ, «Ευαγγελισμός – Πυθαγόρας. Δυο ιστορικά κτίρια της Καβάλας στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο.», Πρακτικά Α” Διεθνούς Συνεδρίου «Η Καβάλα και τα Βαλκάνια, η Καβάλα και η περιοχή της»,  εκδ. Ι.Λ.Α.Κ., Καβάλα 2004.

Τα μοντέρνα σχολεία της δεκαετίας του ’30

Το «Πρόγραμμα Σχολικών Κτιρίων», όπως έμεινε γνωστό, αποτέλεσε μία συστηματική προσπάθεια της κυβέρνησης Βενιζέλου (1928–1932) για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την αντιμετώπιση της έλλειψης σχολικής στέγης. Η αρχή του προγράμματος έγινε από τον Υπουργό Παιδείας Κων/νο Γόντικα και η εφαρμογή από το Γεώργιο Παπανδρέου που τον διαδέχτηκε. Ο Γ. Παπανδρέου προχώρησε στην αναδιοργάνωση του Γραφείου Μελετών του Αρχιτεκτονικού Τμήματος του Υπουργείου επιφορτίζοντάς το αποκλειστικά με τη μελέτη των νέων σχολικών κτιρίων  και τοποθετώντας προϊστάμενο τον αρχιτέκτονα Νίκο Μητσάκη. Γύρω από το Μητσάκη δημιουργήθηκε μια ομάδα νέων αρχιτεκτόνων, αποφοίτων της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ ή αρχιτεκτονικών σχολών της Δ. Ευρώπης, οι οποίοι ήταν φορείς νέων εκφραστικών τάσεων, πειραματισμών και πρωτοπορίας.

Το πρόγραμμα προέβλεπε τη μαζική ανοικοδόμηση 3000 σχολικών κτιρίων σε όλη τη χώρα. Η ευρύτητά του και η ταχύτητα κατασκευής αποτέλεσαν σημαντική επιτυχία της κυβέρνησης Βενιζέλου. Το πρόγραμμα αποτέλεσε εφαλτήριο ανανέωσης της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Τα ίδια τα δεδομένα του που προϋπέθεταν ταχύτητα κατασκευής και χαμηλό κόστος, επέβαλαν μία ορθολογική διαχείριση του προγράμματος που εκφράστηκε σε αυτή. Δόθηκε λοιπόν η ευκαιρία για την παραγωγή μίας μοντέρνας αρχιτεκτονικής, για πρώτη φορά σε συντονισμό με ένα ιδεολογικό κίνημα πέρα από τα σύνορα. Σε αντίθεση ωστόσο με την υπόλοιπη Ευρώπη, όπου ο μοντερνισμός ήταν ένα κίνημα επαναστατικό, στην Ελλάδα υπήρξε περισσότερο μία έκφανση της προσπάθειας εξευρωπαϊσμού της χώρας. Η κοινωνική πρόοδος και ο εκσυγχρονισμός της εκπαίδευσης ήταν εξάλλου ο στόχος του Υπουργείου Παιδείας. Η μεγάλη επιτυχία του προγράμματος έγινε αντικείμενο ευμενούς σχολιασμού στα διεθνή μέσα ενημέρωσης στα πλαίσια μιας αποτίμησης της ελληνικής προσφοράς στη σύγχρονη αρχιτεκτονική.

Τα στοιχειώδη τυπολογικά στοιχεία των σχολικών κτιρίων, σύμφωνα με τις οδηγίες, είχαν να κάνουν με τη διάταξή τους και τον τρόπο κατασκευής. Τα κτίρια, καταρχάς, έπρεπε να είναι προσαρμοσμένα στις κλιματολογικές συνθήκες του κάθε τόπου. Έτσι λοιπόν, σε ψυχρές περιοχές με ισχυρούς ανέμους οι αίθουσες διδασκαλίας είναι προσανατολισμένες στο νότο και οι κλειστοί διάδρομοι στο βορρά (βλ. Δημοτικό Σχολείο Αγ. Ιωάννη). Αντίθετα σε περιοχές με ήπιο και ξηρό κλίμα οι αίθουσες κοιτάνε προς το βορρά και οι διάδρομοι, που μπορεί να είναι και ανοιχτοί ώστε να προσφέρουν ηλιοπροστασία στον κατώτερο όροφο, προς το νότο. Η φέρουσα κατασκευή είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα και οι τοίχοι από οπτοπλινθοδομή (τούβλο) με διάκενο ή από πλινθοδομή. Επίσης η στέγη στα περισσότερα κτίρια είναι επίπεδη, από οπλισμένο σκυρόδεμα, καθώς σε πλήθος περιπτώσεων υπήρξε η πρόβλεψη να χρησιμοποιηθεί ως χώρος αναψυχής (βλ. Δημοτικό Σχολείο Αγ. Βαρβάρας). Τα παράθυρα αναπτύσσονται κατά μήκος ώστε να προσφέρουν ομοιόμορφο φωτισμό. Η κλίμακα, τέλος, του κάθε κτιρίου προσδιορίστηκε από τις ανάγκες κάθε περιοχής. Ο πιο διαδεδομένος τύπος κτιρίων ήταν τα τα διώροφα εξατάξια, με 3 αίθουσες ανά όροφο. Στα σχολεία που δε διέθεταν αμφιθέατρο εφαρμόστηκε η αρχή της ευέλικτης κάτοψης, δηλαδή η ενοποίηση των 3 αιθουσών του ορόφου οι οποίες χωρίζονται με ευέλικτα κινητά πετάσματα.

Στα πλαίσια του προγράμματος εκπονήθηκαν μελέτες για 6 συνολικά σχολεία στην πόλη της Καβάλας. Ο μεγάλος, σχετικά, αριθμός τους υπαγορεύτηκε από τη μεγάλη έλλειψη σχολικής στέγης καθώς η Καβάλα τη δεκαετία του ’20 παρουσίασε αναλογικά τη μεγαλύτερη αύξηση πληθυσμού στην Ελλάδα (άνω του 100%) λόγω της εγκατάστασης προσφύγων από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη, την Καππαδοκία και τον Πόντο μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών με την Τουρκία. Τα σχολεία χτίστηκαν σε όλες τις γειτονιές της πόλης, τόσο στις παλιές της Παναγίας και του Αγίου Ιωάννη όσο και σε αυτές που εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες, όπως στην Αγία Βαρβάρα, πλησίον του προσφυγικού συνοικισμού των Πεντακοσίων. Σημαντικοί, νέοι αρχιτέκτονες, πρεσβευτές της «νέας αρχιτεκτονικής», ανέλαβαν τις μελέτες τους. Όλα τα σχολεία είναι εναρμονισμένα με τις οδηγίες του προγράμματος, ωστόσο το καθένα έχει μοναδικά χαρακτηριστικά και τυπολογικές ιδιαιτερότητες.  Η ποιότητα της κατασκευής τους τα καθιστά πλήρως λειτουργικά ακόμα και σήμερα. Δυστυχώς έχουν δεχτεί μια σειρά από επεμβάσεις -όχι μη αναστρέψιμες- που αλλοιώνουν το χαρακτήρα τους, όπως η προσθήκη κεραμοσκεπών, η αντικατάσταση των μεταλλικών παραθύρων με χοντροκομμένα, αλουμινένια παράθυρα (που βελτιώνουν ωστόσο τη θερμομόνωση των κτιρίων) και κυρίως ο χρωματισμός τους με χρώματα που ήταν της μόδας τις δεκαετίες του ’90 και ΄00, όπως το σομόν και η ώχρα. Ανεπιφύλακτα αποτελούν τα πιο ενδιαφέροντα αρχιτεκτονήματα της εποχής του μεσοπολέμου στην Καβάλα και ενισχύουν τον αρχιτεκτονικό πλούτο της πόλης. Θα ήταν σκόπιμη ίσως η εφαρμογή ενός προγράμματος αποκατάστασής τους στο μέλλον που να σέβεται και να αναδεικνύει την αρχιτεκτονική τους, χωρίς να υπονομεύονται η λειτουργικότητα και οι σύγχρονες ανάγκες.

Τα σχολεία που χτίστηκαν στα πλαίσια του προγράμματος στην Καβάλα είναι τα εξής:

Περισσότερο διάβασμα:

Αλεξάνδρος Αντωνίου, Σχολικά κτίρια του Μεσοπόλεμου στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Συμβολή στην προστασία και την ανάδειξή τους, Πρακτικά Γ’ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών «Η Καβάλα και τα Βαλκάνια», σ. 487-516.

Ανδρέας Γιακουμακάτος, Η σχολική αρχιτεκτονική και η εμπειρία του ‘μοντέρνου’ στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, Θέματα Χώρου + Τεχνών, αρ. 18/1987, σ. 50-61

Μέγαρο Πετρίδη

Το 1954 ανεγείρεται στη μεγαλοαστική ακόμα περιοχή του Αγίου Ιωάννη, επάνω στο σημερινό κόμβο του Φαλήρου, το Μέγαρο Πετρίδη, το οποίο πήρε το όνομα από τον ιδιοκτήτη του, Νίκο Πετρίδη. Αρχιτέκτονας του κτιρίου είναι ο Καβαλιώτης Χρήστος Μπάτσης, για το συνολικό έργο του οποίου δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Πρόκειται για μία από τις πιο εμβληματικές πολυκατοικίες στην Καβάλα, από τις πρώτες που χτίστηκαν στην πόλη, που την καλύπτει ένα πέπλο μυστηρίου καθώς για πάρα πολλά χρόνια παραμένει ακατοίκητη*. 

Η πρόσοψη του κτιρίου από την οδό Βενιζέλου

Η πολυκατοικία είναι χτισμένη σε επικλινές οικόπεδο 360 τ.μ. στον άξονα ανατολής – δύσης, με την πρόσοψή του να κοιτάει προς την ανατολή. Μορφολογικά διαθέτει όλα τα γνωρίσματα των πολυκατοικιών της εποχής που είναι επηρεασμένες από το κίνημα του μοντερνισμού. Συμπαγής όγκος, καθαρές γεωμετρικές γραμμές, έλλειψη περιττών διακοσμητικών στοιχείων και εναλλαγή εξωστών με κενές επιφάνειες αποτελούν, μεταξύ άλλων, το γνώριμο λεξιλόγιο του μοντερνισμού που βρίσκει έκφραση και εδώ.

d.04

d.06

Η πίσω πλευρά

Από τα πιο γοητευτικά στοιχεία του κτιρίου είναι το δίχως άλλο η καμπύλη γωνία στη ΝΔ πλευρά καθώς και οι ανάγλυφες οροφές στους εξώστες της μπροστινής πλευράς.

Καμπύλη γωνία

Λεπτομέρεια: ανάγλυφη οροφή εξωστών

Χαρακτηριστικό στοιχείο της εξωτερικής εμφάνισης είναι η ανάγλυφη υφή και ο χρωματισμός των τοίχων σε αποχρώσεις του γκρι-καφέ -χρωματισμός που έχει αποκτήσει βέβαια και με την επίδραση του καυσαερίου και της σκόνης-. Πρόκειται για την τεχνική αρτιφισιέλ που χρησιμοποιήθηκε πολύ στα κτίρια της δεκαετίας του ’50 και του ’60.

d.11

Παρότι η πρώτη πολυκατοικία αυτού του είδους στην πόλη, δε φαίνεται να μιμείται κάποια υπάρχουσα μορφή στην Αθήνα όπου είχαν ήδη αρχίσει να ανεγείρονται πολυόροφες οικοδομές από το ’30, αλλά διατηρεί τη δική της ταυτότητα και εισάγει μάλιστα πολλές καινοτομίες. Μία καινοτομία σε σχέση με τα αντίστοιχα κτίρια που χτίζονταν εκείνη την εποχή στην Αθήνα, αποτελούν οι εντυπωσιακά μεγάλοι εξώστες στην μπροστινή πλευρά (Α-ΝΑ) στους οποίους έχουν πρόσβαση πολλοί χώροι του κάθε διαμερίσματος. Η παρέμβαση αυτή δεν επηρεάζει καθόλου τη γεωμετρικότητα του κτιρίου ούτε επιβαρύνει με περιττούς όγκους την όψη του, όπως συμβαίνει στην πλειονότητα των σύγχρονων, μαζικών πολυκατοικιών, καθώς «τρώει» χώρο από το εσωτερικό των διαμερισμάτων. Η θέα προς το λιμάνι και τη θάλασσα, που ήταν απρόσκοπτη εκείνη την εποχή, φαίνεται πως επέβαλλαν αυτό το σχεδιασμό, που πιθανώς να ήταν και επιθυμία του ιδιοκτήτη.

d.03

Άλλες καινοτομίες της εποχής ήταν τα (ξύλινα) πρακτικά και λειτουργικά στόρια, αντί των μεγάλων παντζουριών, που προσέφεραν εύκολη ρύθμιση του φωτισμού και αερισμού του διαμερίσματος. Επίσης η πρόβλεψη θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στο ισόγειο ήταν μια μοναδική καινοτομία για την Ελλάδα, που έμελλε να εφαρμοστεί μαζικά στις πολυκατοικίες πολλά χρόνια αργότερα.

d.10

Η κομψή επικλινής νησίδα με τις νεραντζιές στην πλάγια πλευρά του κτιρίου, μαρτυρεί ότι διαμορφώθηκε εκείνη την εποχή και συμπληρώνει πολύ ωραία την εικόνα του κτιρίου.

Πλάγια πλευρά

*Το 2010, σύμφωνα με δημοσιεύματα του τοπικού τύπου, κληρονόμοι του κτιρίου παραχώρησαν το ρετιρέ και μέρος των υπόλοιπων ορόφων στο δήμο Καβάλας για να στεγάσει πολιτιστικές δραστηριότητες, από τότε ωστόσο δε φαίνεται υπήρξε κάποια εξέλιξη.

Αρχαιολογικό Μουσείο

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας χτίστηκε σε μια περίοδο που χτίστηκαν και άλλα μουσεία σε ολόκληρη την Ελλάδα, όπως αυτά των Φιλίππων και του Πολυγύρου των ίδιων αρχιτεκτόνων, της Κομοτηνής και των Ιωαννίνων σε σχέδια του Α. Κωνσταντινίδη, της Θεσσαλονίκης του Π. Καραντινού κλπ.  Ήταν μια δεύτερη περίοδος μεγάλης παραγωγής μοντέρνων κτιρίων με στόχο την αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος της Ελλάδας.  Θα τολμούσαμε να πούμε ότι τα κτίρια αυτά, μαζί με τα ξενοδοχεία «Ξενία», αποτελούν τη χαρακτηριστικότερη συνεισφορά της ελληνικής αρχιτεκτονικής στο διεθνές μοντέρνο κίνημα.

Πρόσοψη

 Το Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας, το οποίο ιδρύθηκε το 1934, αποτελεί ένα από τα σημαντικά περιφερειακά μουσεία καθώς συγκεντρώνει ευρήματα από την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θάσου. Το 1961 άρχισε να χτίζεται το σημερινό κτίριο σε σχέδια των καθηγητών της πολυτεχνικής σχολής του ΑΠΘ Δημήτρη Φατούρου και Ιωάννη Τριανταφυλλίδη στη νέα παραλία της πόλης, όπως διαμορφώθηκε μετά τις εκτεταμένες επιχωματώσεις που πραγματοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.  Το μουσείο ολοκληρώθηκε και άνοιξε στο κοινό το 1964.

Πρόσοψη

Το Αρχαιολογικό Μουσείο και το Διοικητήριο όπως φαίνονται από το πάρκο του Φαλήρου

Η  μορφολογία του κτιρίου συνοψίζει όλα τα γνώριμα στοιχεία του μοντερνισμού της δεκαετίας του ’60 με σαφείς αναφορές στην αρχαία Ελλάδα. Λιτή και συνάμα εντυπωσιακή παρουσία, απλές εναλλασσόμενες γεωμετρικές μορφές, λιτότητα στη χρήση των υλικών, δημιουργία αιθρίου και ημιυπαίθριων χώρων. Το κτιριακό συγκρότημα δεν αποτελεί ένα ενιαίο οικοδόμημα αλλά χωρίζεται σε 3 σαφείς γεωμετρικούς όγκους.

Πρόσοψη

Η πρόσοψη του μουσείου, που είναι και η πιο χαρακτηριστική του εικόνα, αναπτύσσεται κατά μήκος του διαδρόμου που συνδέει το παρακείμενο πάρκο του Φαλήρου με τον υπαίθριο χώρο του διοικητηρίου, που βρίσκεται στην άλλη πλευρά και έχει νότιο προσανατολισμό. Στο ισόγειο κυριαρχεί η στοά, που δημιουργείται από τα υποστυλώματα (ευθεία αναφορά στον αρχαιοελληνικό ναό). Χαρακτηριστικός ο συνδυασμός του λευκού μαρμάρου, με το οποίο είναι επενδεδυμένος ο τοίχος, με το ανεπίχριστο σκυρόδεμα των υποστυλωμάτων. Ο όροφος οργανώνεται με τη ρυθμική επανάληψη μεγάλων παραθύρων που καταλαμβάνουν όλο το πλάτος μεταξύ της μίας κολώνας και της άλλης. Απουσιάζουν άλλα περιττά διακοσμητικά στοιχεία και το ρόλο αυτό συμπληρώνουν τα ίδια τα δομικά στοιχεία του κτιρίου.

Είσοδος του κτιρίου

 Ακριβώς από πίσω ένας διαμήκης διάδρομος, συνδέει το κτίριο της εισόδου με τον κυρίως εκθεσιακό χώρο. Οι πλαϊνές, ελεύθερες πλευρές του διαδρόμου καλύπτονται από μεγάλα υαλοστάσια. Παράλληλα με το διάδρομο αναπτύσσεται και το αίθριο που φιλοξενεί μέρος της συλλογής. Περικλείεται από τις τρεις πλευρές από το κτίριο και επικοινωνεί με το γειτονικό πάρκο από την ελεύθερη πλευρά.

Το αίθριο μεταξύ του κτιρίου της εισόδου και του κυρίως εκθεσιακού χώρου

Αίθριο

Ο κυρίως εκθεσιακός χώρος, που καταλαμβάνει και το μεγαλύτερο μέρος του συγκροτήματος, είναι ένας συμπαγής όγκος. Στη δυτική και ανατολική όψη του, αλλά και στη νότια προς το αίθριο, κυριαρχούν οι μεγάλες επιφάνειες από ανεπίχριστο οπλισμένο σκυρόδεμα, με διαμήκη ανοίγματα στην άνω πλευρά, που εξυπηρετούν στην ορθή αξιοποίηση του φυσικού φωτισμού για την καλύτερη ανάδειξη των εκθεμάτων.

Ανατολική όψη του διαδρόμου που συνδέει το κτίριο της εισόδου με τον εκθεσιακό χώρο

Ανατολική πλευρά

Τη δεκαετία του 1990, ζητήθηκε από τον ίδιο αρχιτέκτονα που το σχεδίασε, το Δ. Φατούρο να εκπονήσει μελέτη για την επέκταση του μουσείου, προκειμένου να καλυφθούν οι αυξημένες εκθεσιακές ανάγκες του. Η επέκταση ολοκληρώθηκε και άνοιξε το 2003. Το νέο κτίριο ακολουθεί με συνέπεια τις μορφολογικές αρχές του κυρίως κτιρίου υιοθετεί όμως και τις τάσεις της εποχής. Η χρήση του μαρμάρου είναι πιο  εκτεταμένη στις όψεις ενώ το αίθριο καλύπτεται από χαλύβδινη κατασκευή με μεγάλα υαλοστάσια.

Η νέα είσοδος του μουσείου

Η νέα επέκταση

Μέρος της έκθεσης στο αίθριο, στο νέο τμήμα του μουσείου

Η όψη του νέου κτιρίου προς τη λεωφόρο Ερυθρού ΣταυρούΠαρά τις όποιες ποιότητες της νέας κατασκευής όμως και τη συνάφεια με το ύφος του αρχικού κτιρίου δεν παύει αυτή να αποτελεί έναν επιπλέον όγκο που προστίθεται σε αυτό και το «πνίγει» αναιρώντας τη χάρη του.  Το ίδιο θέμα έχει τεθεί και σε παρόμοια προγράμματα επεκτάσεων κτιρίων του μοντερνισμού που αλλοιώνουν τη μορφή τους, όπως για παράδειγμα στην προγραμματισμένη επέκταση της Εθνικής Πινακοθήκης στην Αθήνα, που τυχαίνει να έχει σχεδιάσει και να έχει αναλάβει και την προμελέτη της επέκτασης ο Δ. Φατούρος, αλλά και αυτή του Χίλτον που υλοποιήθηκε το 2004.